Η οπερέττα αποτελεί την κατεξοχήν έκφραση της αστικής κουλτούρας και της οργανωμένης βραδινής διασκέδασης, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τα μέσα του 19ου αιώνα. Σε αντίθεση με την όπερα, η οπερέττα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον σύγχρονο τρόπο ζωής, τη μόδα και τις κοινωνικές ανακατατάξεις της εποχής. Η επιτυχία της βασίζεται στην αμεσότητα και την οικειότητα, καθώς μεταφέρει στη σκηνή θέματα που απασχολούν το ευρύ αστικό κοινό: ερωτικές ίντριγκες, παρωδίες της εξουσίας, κοινωνικές και ηθικές αντιθέσεις και την αναζήτηση της απόλαυσης. Λειτουργεί ως κάτοπτρο της εποχής της, ενσωματώνοντας στοιχεία από το καφέ-σαντάν, το βαριετέ και το βωντβίλ, προσφέροντας ένα θέαμα που ισορροπεί ανάμεσα στην καλλιτεχνική εκλέπτυνση και την ελαφρά ψυχαγωγία.
Οι ρίζες της οπερέττας εντοπίζονται στον 17ο και 18ο αιώνα, σε μορφές λυρικού θεάτρου όπως το ζίνγκσπιλ [Singspiel] και η όπερα-μπαλάντα [ballad opera]. Ως αυτόνομο είδος διαμορφώθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1850 στο Παρίσι, λειτουργώντας ως ανάλαφρο αντίβαρο στην γκραντ-οπερά [grand opéra] και την οπερά-κωμίκ [opéra comique]. Πρώτος συνθέτης του είδους θεωρείται ο Florimond Ronger-Hervé [Φλοριμόν Ρονζέ-Ερβέ], εντούτοις ο Jacques Offenbach [Ζακ Όφφενμπαχ] υπήρξε εκείνος που την απογείωσε καλλιτεχνικά. Με ορμητήριο το θεατράκι Théâtre des Bouffes-Parisiens, ο Offenbach παρουσίασε έργα όπως ο Ορφέας στον Άδη [Orphée aux enfers] και η Ωραία Ελένη [La belle Hélène], τα οποία στηλίτευαν με καυστικό τρόπο τα ήθη και την πολιτική της Δεύτερης Αυτοκρατορίας. Παράλληλα, υπερβαίνοντας πολύπλοκους τεχνικούς, καλλιτεχνικούς και λογοκριτικούς περιορισμούς, συνέβαλαν στην οριστική καθιέρωση του είδους.
Η επιτυχία του γαλλικού μοντέλου οδήγησε στη γέννηση της βιεννέζικης οπερέττας. Ο Franz von Suppé [Φραντς φον Σουπέ] και κυρίως ο Johann Strauss II [Γιόχαν Στράους Β΄] καθιέρωσαν το είδος στην Αυστρία, ενσωματώνοντας την τοπική κουλτούρα και τον ρυθμό του βαλς. Το έργο Η Νυχτερίδα [Die Fledermaus] παραμένει το κορυφαίο δείγμα αυτής της περιόδου. Στις αρχές του 20ού αιώνα, η λεγόμενη «αργυρή εποχή» της οπερέττας εκπροσωπήθηκε από δημιουργούς όπως ο Franz Lehár [Φραντς Λεχάρ] (Η Εύθυμη Χήρα [Die lustige Witwe]) και ο Emmerich Kálmán [Έμεριχ Κάλμαν], οι οποίοι εμπλούτισαν τη μουσική με στοιχεία από την ουγγρική παράδοση και τις μειονοτικές κουλτούρες της Αυστροουγγαρίας.
Στο Λονδίνο, οι William S. Gilbert [Ουίλλιαμ Σ. Γκίλμπερτ] και Arthur Sullivan [Άρθουρ Σάλλιβαν] δημιούργησαν τις μουσικές κωμωδίες «Σαβόυ» Savoy operas, μια ιδιότυπη μορφή οπερέττας με έντονο το στοιχείο της ευφυολογίας και του εξωτισμού. Ξεχωριστή θέση κατέχει η ισπανική θαρθουέλα [zarzuela], η οποία αποτέλεσε το εθνικό ανάλογο της οπερέττας στην Ιβηρική χερσόνησο, βασιζόμενη σε τοπικούς χορούς και αστικολαϊκές παραδόσεις. Στο Βερολίνο αναπτύχθηκε μια πιο σύγχρονη εκδοχή της οπερέττας με δημιουργούς όπως ο Paul Lincke [Πάουλ Λίνκε] και ο Eduard Künneke [Έντουαρντ Κύννεκε]. Η βερολινέζικη οπερέττα ενσωμάτωνε στοιχεία επιθεώρησης, καμπαρέ και τζαζ, αντλώντας θεματολογία από την αστική καθημερινότητα της εποχής. Παρά την αρχική απαγόρευσή της από το ναζιστικό καθεστώς το 1933 ως «εκφυλισμένη τέχνη», τα χαρακτηριστικά του είδους διοχετεύτηκαν γρήγορα στον κινηματογράφο με το είδος της φιλμοπερέττας και προκαλώντας ανταγωνισμό μεταξύ γερμανικών και αμερικανικών στούντιο παραγωγής και εταιρειών διανομής. Η κινηματογράφηση παλαιών και νέων έργων άμβλυνε τις αυστηρές διαχωριστικές γραμμές μεταξύ οπερέττας και μιούζικαλ, ανοίγοντας τον δρόμο για την επικράτηση του δεύτερου και τη σταδιακή υποχώρηση της οπερέττας.
Η οπερέττα υπήρξε ο κύριος δίαυλος εισαγωγής νέων αισθητικών προτύπων. Μέσω αυτής, το κοινό ερχόταν σε επαφή με τους τελευταίους χορευτικούς ρυθμούς, όπως (κατά τον 19ο αιώνα) το βαλς, η πολωνέζα, το γκάλοπ και οι καντρίλλιες (και στις αρχές του 20ού αιώνα) το φοξ-τρότ, το σίμμυ, το τσάρλεστον, το τάνγκο και οι άλλοι λατινοαμερικανικοί χοροί ή ακόμη και το οριεντάλ. Η σκηνή της οπερέττας πολύ συχνά μετατράπηκε σε πεδίο επίδειξης στυλ και κοσμοπολιτισμού, επηρεάζοντας τη μόδα, τις τάσεις και τις προτιμήσεις του κοινού. Οι χαρακτήρες συχνά ενσαρκώνουν τη μετάβαση από την παράδοση στη νεωτερικότητα: οι υπηρέτες ή οι αφελείς επαρχιώτες μεταμορφώνονται σε μοντέρνους αστούς που συχνάζουν σε λέσχες, καταναλώνουν άφθονη σαμπάνια και υιοθετούν μεγαλοαστικές συνήθειες. Το είδος δεν αποτελούσε απλώς ένα μουσικό έργο, αλλά ένα συνολικό πολιτισμικό γεγονός που καθόριζε την έννοια του σύγχρονου και του μοντέρνου, πυροδοτώντας την εμφάνιση δεκάδων τοπικών εκδοχών από τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας έως και την Αφρική.
Στην Ελλάδα, το είδος απέκτησε εθνικά χαρακτηριστικά, ξεκινώντας από τις επτανησιακές ρίζες και το έργο του Παύλου Καρρέρ [Paolo Carrer] (Ο Κόντε Σπουργίτης). Η πλήρης άνθηση ήρθε με τον Θεόφραστο Σακελλαρίδη (πρώτο σχετικό έργο Σία κι Αράξαμε ή Θάλαττα-Θάλαττα 1909) και τον Νίκο Χατζηαποστόλου. Έργα όπως ο Βαφτιστικός (1918) και οι Απάχηδες των Αθηνών (1921) δημιούργησαν μια αυθεντική τοπική παράδοση. Η ελληνική παραγωγή αποδείχτηκε πληθωρική με δεκάδες νέα έργα κατ' έτος από το 1918 έως και την κήρυξη του πολέμου το 1940. Η οπερέττα λειτούργησε ως κοινωνικό «χωνευτήρι», όπου η αριστοκρατία συναντούσε τον υπόκοσμο και η λόγια μουσική το δημοτικό τραγούδι ή ακόμη και το ρεμπέτικο. Στους Απάχηδες, το σχήμα «έντιμη φτώχεια εναντίον ανέντιμου πλούτου» ανατρέπει τις παραδοσιακές ιεραρχίες, φέρνοντας στο κέντρο της σκηνής χαρακτήρες του δρόμου με άμεση, ιδιωματική γλώσσα. Στο σχήμα αντιστέκονται σθεναρά οι οπερέττες του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, όπου έμφαση δίνεται στις ερωτικές περιπέτειες και συζυγικές ατασθαλίες ευκατάστατων αστών.
Η οπερέττα επηρέασε καθοριστικά το αμερικανικό μιούζικαλ: συνθέτες όπως ο Victor Herbert [Βίκτορ Χέρμπερτ] και ο Leonard Bernstein [Λέοναρντ Μπέρνσταϊν] γεφύρωσαν τα δύο είδη. Έργα όπως το Candide [Καντίντ], το West Side Story [Ιστορία των δυτικών συνοικιών] ή το Sweeney Todd [Σουήνυ Τοντ. Ο φονικός κουρέας της οδού Φλητ] μοιράζονταν κοινά δραματουργικά και μουσικά χαρακτηριστικά με την οπερέττα, δίνοντας έμφαση στη σύνθετη μουσική δομή και στην τεχνική αρτιότητα των ερμηνευτών και ερμηνευτριών. Παράλληλα, υπό την επίδραση του κινηματογράφου προβάλει το αίτημα για μεγαλύτερη φυσικότητα στην εισαγωγή των τραγουδιών, των χορωδιακών και των χορευτικών νούμερων σε ένα είδος που ως τότε χαρακτηριζόταν από έντονο φορμαλισμό.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η οπερέττα υποχώρησε μπροστά στην κυριαρχία του μιούζικαλ, διατηρώντας ωστόσο τη φυσιογνωμία ενός νοσταλγικού είδους εποχής. Στον 21ο αιώνα παρατηρείται μια τάση αναβίωσης του ενδιαφέροντος, μέσα από σύγχρονες σκηνοθετικές προσεγγίσεις οι οποίες αναδεικνύουν την πνευματώδη σάτιρα και τη διαχρονική μελωδικότητα του είδους, καθιστώντας την οπερέττα ξανά έναν ζωντανό χώρο καλλιτεχνικής έκφρασης και κοινωνικού σχολιασμού.